
Έshει ένα ρητό για την παιδεία που λαλεί <<εκπαίδευση είναι να μαθαίνεις εκείνα που ποτέ δεν υποψιαζόσουν ότι αγνοούσες>>. Εν ωραίο έννεν; Εθκιάβασα το τον τζιαιρό που ήμουν γυμνάσιο τζιαι δεν μπορούσα να το καταλάβω απόλυτα. Τες τελευταίες ημέρες εκατάλαβα το όμως. Το μόνο που χρειάστηκε να κάμω, ήταν να δεχτώ σπίτι μου πλάσματα που εθέλαν να μ’ ενοχλήσουν για δέκα λεπτούθκια…
Την αρκήν εκάμαν την τα παιθκιά των παρατάξεων. Οι συνδικαλιστές, όπως αυτοαποκαλούνται… Ενημερώσαν με για θέματα τα όποια έπρεπε να με απασχολούν τζιαι να με ενδιαφέρουν. Θέματα πολιτικοοικονομικά, κοινωνικοπολιτικά, κοινωνικοοικονομικά, στρατηγικά, συνδικαλιστικά-διαδικαστικά καθώς και διασκεδαστικά-πολιτιστικά. Με μία λέξη φοιτητικά… Έτσι, έμαθα ότι τόσο τζιαιρό αγνοούσα εκτός που την κυπριακή πολιτική(;)… τζιαι τες μπουάτ, τα μπουζούκια, τα ρεμπετάδικα, τους διαγωνισμούς πιλλότας, μπιρίμπας, τόμπολας, τάβλι, σκάκι, προ, τα πρωταθλήματα φούτσαλ, τις μονοήμερες εκδρομές, τις τριήμερες εκδρομές, τα πάρτι σε κλαμπ, τα πάρτι στο οίκημα, τη συνάντηση πρωτοετών, τον χορό πρωτοετών, το φεστιβάλ Κυπρίων και πάει λέγοντας. Μια φάουσα πράματα που αν δεν αγνοούσα εν θα χρειάζετουν να σκοτώνω τες ελεύθερες μου ώρες σπίτι μου, σε σπίθκια φίλων μου τζιαι σε μπαράκια(!)(?).
Ένιωσα τζιαι κατάλαβα πόσον ηττοπαθής τζιαι δουλοπρεπής είμαι που δεν παλέφκω για τα φοιτητικά δικαιώματά μου καθώς τζιαι πόσον όφτζερη εν η ζωή μου εφόσον δεν ενδιαφέρομαι για τίποτε εκτός που τον εαυτό μου τζιαι την καλοπέραση στον χώρο που σπουδάζω… Τα παιθκιά των παρατάξεων εκάμαν με να πιστέψω πως τούτο μπορεί να αλλάξει. Πως μπορώ τζιαι ‘γω να βάλω στην ζωή μου λλίον φως (είτε κόκκινο, είτε μπλε, είτε ακόμα τζιαι μαύρο) όπως εβαφτήκαν όσοι ασχολούνται με παρατάξεις. Να νιώσω τζιαι ‘γω τη χαρά της συνεισφοράς τζιαι της αγνής προσφοράς. Να αντλήσω τζιαι ‘γω δύναμη που τη μαζική πάλη. Να αναγνωριστώ τζιαι γω κλιμακώνοντας… Να κάμω τζιαι γω κάτι για τα κοπελλούθκια μου. Να πάρω την τύχη στα shέρκα μου κ.ο.κ. Το μόνο που έπρεπε να κάμω ήταν να ξεκαθαρίσω μες τον νου μου που ανήκω ιδεολογικά τζιαι να το συζητήσω μαζί τους όταν ξανάρτουν.
Το διάστημα που εσκέφτουμουν τι κριτήρια να βάλω για να καθορίσω που ακριβώς ανήκω επισκεφτήκαν με Μορμόνοι. Τι εν οι Μορμόνοι, χα; Οι Μορμόνοι απ’ ότι εκατάλαβα εν Χριστιανοί αλλά όχι Ορθόδοξοι. Έχουν ιεραπόστολους τζιαι γυρίζουν ανά δύο που σπίτι σε σπίτι τζιαι μιλούν για τη θρησκεία τους. Η επίσημη ονομασία τους, σύμφωνα με την Wikipedia, ένι “μέλη της ευρύτερης κίνησης των Αγίων των Τελευταίων Ημερών, και συνηθέστερα της μεγαλύτερης και παλαιότερης Εκκλησίας του Ιησού των Αγίων των τελευταίων ημερών”. Πατήστε δαμέ για να θκιεβάσετε, αν έshετε όρεξη, διάφορα άρθρα τους (σεξουαλική αγνότητα, μουσική και χορός, ραντεβού κτλ).. Δύο Μορμόνοι ιεραπόστολοι λοιπόν, ήρταν σπίτι μου. Εφορούσαν μαύρα σακάκια τζιαι είχαν ταπελλούες με τα ονόματα τους πάνω. Ο ένας ήταν πιο παλιός που τον άλλο γιαυτό τζιαι η ταπελλούα του έγραφε πρεσβύτερος. Ήταν Αμερικάνοι, 22 τζιαι 23 χρονών τζιαι είπαν μου πως ήρταν με δικά τους έξοδα στην Ελλάδα για να διαδώσουν στον κόσμο τούτο που πιστεύκουν τζιαι άλλαξε ριζικά τη ζωή τους προς το καλλίτερο…
Έκαμα ότι έκαμα τζιαι με τους συνδικαλιστές. Έστησα ‘φτι τζιαι άφηκα τους να μου μιλήσουν. Άλλωστε ποττέ εν ήμουν φανατικός Ορθόδοξος. Οφείλω να ομολογήσω πως αν τζιαι ξένοι, αν τζιαι μιλούσαν σπαστά ελληνικά, οι κουβέντες τους ήταν πολλά πιο ενδιαφέρον που τα παιθκιά των παρατάξεων. Αντί δέκα λεπτά έκατσαν ένα σαρανταπεντάλεπτο τζιαι ενημερώσαν με για μια φάουσα πράματα που μέχρι σήμερα εν με απασχόλησαν ιδιαίτερα. Ένιωσα χαμένος. Εκατάλαβα πως ζω μιαν άσκοπη ζωή, άδεια, καθόλου φωτεινή, γεμάτη μίσος… Οι Μορμόνοι εκάμαν με να πιστέψω πως τούτο μπορεί να αλλάξει. Εκάμαν με να συνειδητοποιήσω πως μπορώ να μάθω ποιος είμαι, γιατί είμαι δαμέ που είμαι, τι εν να γίνει όταν πεθάνω, αν μπορώ να κάμω χαρούμενο τον Θεό, ποιο εν το νόημα της ζωής, πως μπορώ να βελτιώσω τες ζωές των ανθρώπων που αγαπώ, πως εννα κάμω τα μωρά μου ευτυχισμένα, πως θα ζήσω μιαν χαρούμενη οικογένεια, πως θα ξεπεράσω τον εαυτό μου τζιαι νέρτω πιο κοντά σε κείνο που θεωρώ θεό κ.ο.κ. Το μόνο που έπρεπε να κάμω ήταν να ξεκαθαρίσω μες τον νου μου τι πιστεύκω τζιαι που εννα ξανάρτουν να το συζητήσουμε.
Αν τζιαι αρχικά εχάρηκα τζιαι ενθουσιάστηκα τζιαι ένιωσα σημαντικός που τόσος κόσμος εν δίπλα μου τζιαι θέλει να με βοηθήσει να βελτιώσω τη ζωή μου, μια ιστορία που μου είπαν τζιαι οι συνδικαλιστές τζιαι οι Μορμόνοι έκαμε με να μεν τους αφήσω να με ξαναενοχλήσουν για δέκα λεπτούθκια. Μελλοντικά ίσως να τους ενοχλήσω εγώ.
Ήταν, λέει, ένα αγοράκι με τον παπά του τζιαι επήαν για ψάρεμα. Όπως ήταν μες τη βάρκα ο μιτσής εξεκίνησε να κάμνει ερωτήσεις του παπά του.
-Γιατί παπά, επιπλέει η βάρκα;
-Δεν ξέρω γιε μου.
-Πως αντέχουν τα ψάρια τόσην ώρα κάτω που το νερό;
-Δεν ξέρω γιε μου.
-Τι είναι το νερό;
-Ούτε αυτό το ξέρω γιε μου.
-Παπά, τι εν η βαρύτητα;
-Δεν ξέρω γιε μου, του απαντά ξανά.
-Παπά ξέρω πως σε κουράζω, δεν θα σε ρωτήσω ξανά τίποτε, είπεν ο μιτσής δυσανασχετώντας.
-Όχι, του απαντά, δεν με κουράζεις, άλλωστε αν δεν ρωτάς πως θα μάθεις και αν δεν ρωτάς τον πατέρα σου ποιος θα σου τα μάθει σωστά. Να ρωτάς και να ακούς προσεκτικά για να μαθαίνεις.!!!
Σκοπός τους, που μου είπαν τούτη την ιστορία, ήταν για να με πείσουν πως έχουν τες απαντήσεις για τις ερωτήσεις μου. Μάλιστα, για όση ώρα μου μιλούσαν η ιστορία τούτη ελειτούργησεν πολλά υπέρ τους. Ήμουν πεπεισμένος πως έχουν δίκαιο. Όμως, εν γίνετε να έχουν ούλλοι δίκαιο… Όση ώρα ήταν σπίτι μου σε ό,τι μου λαλούσαν είχαν δίκαιο. Τόσον οι συνδικαλιστές, όσο τζιαι οι ιεραπόστολοι. Πως έγινε να συμφωνούσα με ούλλους;
Μα οι ερωτήσεις οι δικές μου δεν ήταν δικές μου! Οι απαντήσεις που μου έδιναν ήταν για τες ερωτήσεις που τζιείνοι μου δημιούργησαν. Θέτοντας στον εαυτό σημαντικά ερωτήματα, ανοίγονται νέοι δρόμοι, νέοι ορίζοντες στην σκέψη και τον κόσμο. Κάθε απάντηση γεννά άλλες ερωτήσεις και πάει λέγοντας. Όσο εξελίσσονται τα ερωτήματα τόσο εξελίσσεστε και ο εαυτός. Εσυνειδητοποίησα πως αφήνοντας τούτη ούλλη τη διαδικασία στα shέρκα των συνδικαλιστών τζιαι των ιεραποστόλων το μόνο που κέρδιζα ήταν να νιώθω συνεχώς χαμένος τζιαι να κάμνω ακριβώς ότι έπρεπε να γίνει σύμφωνα με την εκάστοτε ιδεολογία τους ενώ ταυτόχρονα όλο τζιαι περισσότερο ένιωθα εξαρτημένος που τη “γνώση” τους.
Με τούτο το ποστ δεν έχω σκοπό να καταδικάσω το έργο παρατάξεων τζιαι θρησκειών. Όσο πιο πολλά σκέφτουμαι το τρόπο με τον οποίο εδιαμόρφωσαν τα συναισθήματα μου (ίσως και εν αγνοία τους) τα παιθκιά των παρατάξεων τζιαι οι ιεραπόστολοι τόσο πιο πολλά συνειδητοποιώ πόσον εύκολο είναι να γίνω μαριονέτα ενός ακόμη αναίσθητου συμφεροντολόγου.